ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Χριστίνα Κουλούρη

Πριν από μία εικοσαετία περίπου η Ελλάδα έδινε την εντύπωση ενός ενιαίου, ομοιογενούς έθνους όπου η παρουσία των διαφορετικών (ως προς το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, την κουλτούρα) ήταν σποραδική ή περιχαρακωμένη σε απομακρυσμένες, συνοριακές περιοχές. Ο ρατσισμός ερμηνευόταν ως διάκριση εις βάρος των μαύρων και, επομένως, θεωρούνταν ότι ήταν πρόβλημα που δεν άγγιζε την ελληνική κοινωνία. Ακόμη και σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο, όπως η Αθήνα, οι περισσότεροι ξένοι έμοιαζαν να είναι οι τουρίστες που κάθε καλοκαίρι προτιμούσαν τον ήλιο και τη θάλασσα της Μεσογείου για τις διακοπές τους. Η μόνη σημαντική μειονότητα, οι μουσουλμάνοι της Θράκης, ήταν καλά κρυμμένοι πίσω από ένα εσωτερικό σύνορο και η ύπαρξή τους ήταν μάλλον άγνωστη ή αδιάφορη για τους περισσότερους κατοίκους πέρα από τον Νέστο.

Στο σχολείο, δάσκαλοι και βιβλία επιβεβαίωναν την ίδια αυτή εικόνα ενός έθνους με αδιάσπαστη πολιτισμική συνέχεια επί τρεις χιλιετίες και με αψεγάδιαστη ομοιογένεια. Η πολιτισμική ομοιογένεια ήταν εξάλλου σε μεγάλο βαθμό πραγματική, ως αποτέλεσμα και της πολιτικής του ελληνικού έθνους-κράτους, πολιτικής αφομοίωσης όπως όλων των εθνών-κρατών. Ετσι, παρά τις αλυτρωτικές βλέψεις που εκδηλώνονταν κατά καιρούς και από διάφορες ομάδες με αφορμή ζητήματα όπως το κυπριακό ή το βορειοηπειρωτικό, στο εσωτερικό των συνόρων η εθνική ομοιογένεια έμοιαζε να είναι αρμονική και να μην απειλείται σοβαρά.

Ταυτόχρονα οι Ελληνες ήταν ένας λαός μεταναστών. Σε όλο τον 20ό αιώνα η μετανάστευση προς τη Δύση (προς την Αμερική και, στη συνέχεια, προς τις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης και την Αυστραλία) αποτελούσε βασικό στοιχείο της ελληνικής δημογραφικής κίνησης. Μεταπολεμικά ­ από τη δεκαετία του 1960 ­ η Γερμανία είναι η κατ’ εξοχήν χώρα υποδοχής ελλήνων μεταναστών. Στις χώρες εκείνες οι Ελληνες βρίσκονται σε μια θέση αντίστροφη από εκείνη που βρίσκονταν στην πατρίδα τους: συγκροτούν μια από τις πολλές μειονότητες που, εξαιτίας της μετανάστευσης, αλλάζουν την πληθυσμιακή σύνθεση των δυτικοευρωπαϊκών κρατών. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν στους ξένους τόπους δεν είχαν να κάνουν μόνο με την οικονομική ανέχεια και τη σκληρή δουλειά αλλά και με τις διακρίσεις που υφίσταντο από τους ντόπιους. Στο χαμηλότερο σκαλί της κοινωνικής ιεραρχίας, οι έλληνες εργάτες, μαζί με τους ιταλούς, τους τούρκους, τους μαροκινούς, είχαν να παλέψουν και με τις προκαταλήψεις εναντίον τους και με τα κυρίαρχα στερεότυπα που τους απωθούσαν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής. Ως μειονότητα, ήταν τα θύματα ενός ρατσισμού τον οποίο δεν είχαν γνωρίσει, ως πλειονότητα, στην πατρίδα τους.

Οι ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη και στα Βαλκάνια τις τελευταίες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα έκαναν την Ελλάδα χώρα υποδοχής μαζικού ρεύματος μεταναστών. Οι μετανάστες προέρχονταν από τις βαλκανικές χώρες και από την πρώην Σοβιετική Ενωση και κατά ένα μεγάλο μέρος τους είχαν ελληνική εθνική συνείδηση και αντιμετωπίστηκαν ως «παλιννοστούντες». Οι Πόντιοι των Σοβιετικών Δημοκρατιών και οι Βορειοηπειρώτες δεν έγιναν συνεπώς δεκτοί ως «ξένοι» αλλά ως ομοεθνείς που ήρθαν να εγκατασταθούν στη μητρική τους χώρα. Σύμφωνα μ’ αυτή την ερμηνεία, δεν θα πρέπει να αποτελούν μειονότητα αλλά, αντίθετα, τμήμα της πλειονότητας.

Συμπεράσματα που βασίζονται σε διχοτομικές διακρίσεις ανάμεσα σε «εμάς» και στους «άλλους» προκύπτουν βεβαίως από μια απλουστευτική και επιφανειακή κατά το μάλλον ή ήττον ανάγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας. Έτσι οι μειονότητες των μεταναστών αντιμετωπίζονται με φόβο και εχθρότητα, καθώς για μια μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης ταυτίζονται με την παραβατικότητα και το έγκλημα. Ωστόσο, οι ταυτότητες δεν αποτελούν βιολογικό χαρακτηριστικό εξαρχής δεδομένο και αναλλοίωτο. Είναι πολυδιάστατες και σύνθετες, ρευστές και υπόφορες μετασχηματισμών που εξαρτώνται από τη δυναμική των κοινωνικών σχέσεων. Οι Αλβανοί που δηλώνουν Βορειοηπειρώτες για να έχουν καλύτερη μεταχείριση ή, αντίθετα, ο χαρακτηρισμός συλλήβδην όλων ως Αλβανών όταν διαπράττουν εγκλήματα είναι κάποια από τα στάδια των πρωτεϊκών μεταμορφώσεων της εθνοπολιτισμικής ταυτότητας και του απεικάσματός της.

Η ενεργή παρουσία των μειονοτήτων στην ελληνική κοινωνία διατάραξε λοιπόν τα τελευταία χρόνια την ως τότε κυρίαρχη εικόνα της αρμονικής εθνικής ομοιογένειας και έθεσε επιτακτικά πλέον το ζήτημα της συνύπαρξης διαφορετικών εθνοπολιτισμικών ομάδων. Οι περισσότερες πρωτοβουλίες για την εξομάλυνση των αντιθέσεων, την αποδοχή και τον σεβασμό του πολιτισμικά διαφορετικού εντοπίστηκαν στον χώρο της εκπαίδευσης, έναν χώρο που προσφέρεται για παρόμοιες παρεμβάσεις και λόγω του ρόλου του στη διαμόρφωση των νέων γενεών και στην κοινωνικοποίηση των μελών των μειονοτήτων και λόγω του συγκεντρωτισμού του ελληνικού σχολικού συστήματος. Σύμφωνα με τις πρωτοβουλίες αυτές, τα παιδιά στο σχολείο καλούνται να μάθουν να ξεχωρίζουν τα κοινά στοιχεία που έχουν μεταξύ τους κουλτούρες που στην πρώτη ματιά μοιάζουν διαφορετικές, να εκτιμούν την αξία άλλων πολιτισμών εκτός από τον δικό τους, να αναγνωρίζουν την ετερογένεια και όχι την ομοιογένεια ως βασικό χαρακτηριστικό των σύγχρονων κοινωνιών. Πρόκειται στην ουσία για ένα μάθημα πολιτικής αγωγής, με βάση τις δημοκρατικές αρχές της ισότητας και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, απαραίτητο σε όλους τους μελλοντικούς πολίτες μιας χώρας ανεξάρτητα από τη γλώσσα, τη θρησκεία ή το χρώμα του δέρματός τους. Η μαθητεία στη δημοκρατία δεν σημαίνει άλλωστε επιείκεια του ισχυρού και σεβασμό των δικαιωμάτων του αδυνάτου;

Advertisements
This entry was posted in Παιδεία, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ, Ρατσισμός. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s