ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΩΝΙΟΜΑΝΙΑ

του ΣΠΥΡΟΥ ΜΑΝΟΥΣΕΛΗ

Η καταναλωτική μανία, εκτός από σύμπτωμα της ευρύτερης κοινωνικής παθολογίας, θεωρείται πλέον σοβαρή ψυχική διαταραχή που χρήζει θεραπείας. Για τους περισσότερους από εμάς η βόλτα στα μαγαζιά και η αναπόφευκτη αγορά κάποιων, λιγότερο ή περισσότερο απαραίτητων, αγαθών αποτελούν μια αναγκαιότητα και ενίοτε μια μορφή διασκέδασης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όμως, η αγορά εμπορευμάτων μετατρέπεται από ευχαρίστηση σε εμμονή, από απλή ικανοποίηση κάποιων κοινότοπων αναγκών σε υποσυνείδητη πράξη υπεραναπλήρωσης των ανικανοποίητων ψυχολογικών μας αναγκών με υλικά αντικείμενα, τα οποία στο φαντασιακό του καταναλωτή αποκτούν υψηλό συμβολικό περιεχόμενο.

Συχνά η καταναλωτική μας συμπεριφορά μπορεί να μας οδηγήσει πολύ πιο πέρα από την ικανοποίηση της κοινότοπης επιθυμίας μας να αποκτήσουμε κάποια χρήσιμα ή όμορφα αντικείμενα. Για να περιγράψουν, μάλιστα, τέτοιες «παράλογες» και «ακατανίκητες» αγοραστικές επιθυμίες οι ειδικοί χρησιμοποιούν όρους όπως «αγοραθεραπεία» (shopping therapy), αναφερόμενοι στην πιο ήπια και σχεδόν φυσιολογική εκδοχή του καταναλωτικού συνδρόμου, ενώ την πιο ακραία του εκδοχή, που εκδηλώνεται ως ανικανοποίητη καταναλωτική μανία, την περιγράφουν ως «ωνιομανία» (oniomania, από το αρχαιοελληνικό ρήμα ωνέομαι-ωνούμαι, που σημαίνει αγοράζω). Χωρίς όμως να προσδιορίζουν πάντοτε επαρκώς την ακριβή τους σημασία και, κυρίως, τις μεταξύ τους διαφορές.

Τον όρο «ωνιομανία» τον εισήγαγε για πρώτη φορά το 1915 (!) ο διορατικός ψυχίατρος Emil Kraepelin για να περιγράψει το πρωτοεμφανιζόμενο, εκείνη την εποχή, φαινόμενο της μαζικής καταναλωτικής υστερίας. Ενώ δύο χρόνια αργότερα ο Eugen Bleuler, ένας άλλος διάσημος γιατρός, ενέταξε αυτή τη νέα μορφή ψυχικής διαταραχής στις «ενορμητικές αντιδράσεις».

Αξίζει να σημειωθεί ότι την ίδια εποχή που έκανε την εμφάνισή της αυτή η διαταραχή της προγενέστερης «φυσιολογικής» αγοραστικής μας συμπεριφοράς, άρχισαν να επικρατούν παντού τα πρώτα μεγάλα πολυκαταστήματα. Αυτά εμφανίστηκαν αρχικά στο Παρίσι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, και από εκεί η μόδα τους εξαπλώθηκε στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Βερολίνο και κατόπιν σε όλες τις μεγαλουπόλεις. Έτσι, στις αρχές του 20ού αιώνα οι καταναλωτικές συνήθειες των ανθρώπων αλλάζουν σημαντικά: έχουμε τα πρώτα φαινόμενα μαζικής παραγωγής – κατανάλωσης «αγαθών», εμφανίζονται τα πρώτα επώνυμα προϊόντα της μόδας, αλλά και η ανάγκη χειραγώγησης των καταναλωτών από τη διαφήμιση. Παράλληλα, δημιουργούνται τα μεγάλα εμπορικά κέντρα στο κέντρο των πόλεων, καθώς και ειδικά συγκοινωνιακά δίκτυα για τη μαζική μεταφορά των αγοραστών προς τα εμπορεύματα, ενώ μέχρι τότε συνέβαινε το αντίθετο. Έκτοτε η πώληση και η αγορά εμπορευμάτων θα γίνει η κυρίαρχη κοινωνική δραστηριότητα, ενώ τα πολυκαταστήματα αποτελούν τον πρώτο δημόσιο χώρο, εκτός από τις εκκλησίες, στον οποίο οι γυναίκες μπορούν να πηγαίνουν ασυνόδευτες!

Σήμερα, έναν αιώνα μετά την πλήρη εμπορευματοποίηση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας (δημόσιας και ιδιωτικής), όλοι συνειδητοποιούμε ότι αυτό το κοινωνικό μοντέλο βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Όχι μόνο εξαιτίας των εγγενών οικονομικών, κοινωνικών και οικολογικών αδιεξόδων που δημιουργεί, αλλά επιπρόσθετα και λόγω των σοβαρών ψυχικών προβλημάτων που προκαλεί πλέον μαζικά στους ανθρώπους-καταναλωτές. Μήπως και η «ωνιομανία» δεν αποτελεί ένα σοβαρό σύμπτωμα, μια εσωτερίκευση της ευρύτερης κοινωνικής παθολογίας, όπως αυτή εκδηλώνεται στον ιδιωτικό χώρο;

Άραγε, πώς θα μπορούσε να εξηγήσει κανείς, αν όχι με όρους της ψυχοπαθολογίας, την υποσυνείδητη, ψυχαναγκαστική, αλλά καθόλου παράλογη ανάγκη μας να αποκτάμε συνεχώς νέα υλικά αγαθά χωρίς καμία εμφανή χρηστική αξία; Όλο και περισσότερα άτομα στις δυτικές κοινωνίες καταφεύγουν στην υπερκατανάλωση όχι για να ικανοποιήσουν κάποιες εύλογες ή πρακτικές ανάγκες τους, αλλά για να βρουν «παρηγοριά» στα δυσεπίλυτα προσωπικά και κοινωνικά τους προβλήματα. Συχνότερα από όσο νομίζουμε, οι περισσότεροι μανιώδεις καταναλωτές χρησιμοποιούν το shopping ως αναισθητικό: αγοράζουν για να ξεχάσουν τα προβλήματά τους ή για να ξεφύγουν από τον ίδιο τους τον εαυτό.

Πρόσφατες, αλλά και παλαιότερες έρευνες έδειξαν σαφώς πως η καταναλωτική μανία είναι μια πιθανή στρατηγική για την εξάλειψη των βαθύτερων καταθλιπτικών αισθημάτων ή ένας «μαγικός» τρόπος υπέρβασης των προβλημάτων. Πράγματι, έχει κατ’ επανάληψη διαπιστωθεί ότι αρνητικά συναισθήματα, όπως η κατάθλιψη, η μοναξιά, ο θυμός και η αυτοταπείνωση, αυξάνουν τις καταναλωτικές μας τάσεις, ενώ η αγορά, ακόμη και των πιο άχρηστων αντικειμένων, μας προκαλεί πρόσκαιρα αισθήματα χαράς και ικανοποίησης.

Στο πλαίσιο της υποτιθέμενης κοινωνίας της αφθονίας, η ωνιομανία μπορεί να θεωρηθεί ένα αθώο καταναλωτικό «καπρίτσιο». Στην πραγματικότητα, όμως, έχει διαπιστωθεί ότι εξαρτάται και καθορίζεται από μη συνειδητούς νοητικούς και ψυχολογικούς μηχανισμούς, τους οποίους εκμεταλλεύονται συστηματικά οι εταιρείες και τα πολυκαταστήματα για να πουλήσουν τα προϊόντα τους. Για παράδειγμα, έχει διαπιστωθεί ότι, όπως συμβαίνει και με τις άλλες ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές, η εκδήλωση της καταναλωτικής μανίας συνοδεύεται πάντα από τη διέγερση ορισμένων γνωστών εγκεφαλικών κέντρων. Αυτή η εγκεφαλική διέγερση εξαρτάται από την απελευθέρωση στο εσωτερικό του εγκεφάλου μας κάποιων νευροδιαβιβαστών, και συγκεκριμένα της ντοπαμίνης, της αδρεναλίνης και της σεροτονίνης. Οι συγκεκριμένοι νευροδιαβιβαστές εμπλέκονται σε ένα βασικό νευρικό κύκλωμα που δημιουργεί εν γένει τα αισθήματα ηδονής και ευφορίας, ενώ η απενεργοποίηση αυτού του μηχανισμού γεννά τα αντίθετα συναισθήματα (θλίψη, άγχος, στέρηση κ.ά.).

Η καταναλωτική εξάρτηση


«Και γιατί η καταναλωτική εξάρτηση αποτελεί ένα πρόβλημα;» θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος αισιόδοξος αναγνώστης. «Μήπως αυτή η μορφή εξάρτησης δεν είναι πιο «υγιής» και λιγότερο επιβλαβής από την εξάρτηση από τα ναρκωτικά ή από το αλκοόλ;» Το πρόβλημα είναι ακριβώς ότι το καταναλωτικό σύνδρομο, όταν εκδηλώνεται ως ωνιομανία, δεν αποτελεί καθόλου μια «αθώα» ή «ανώδυνη» συμπεριφορά. Τα άτομα που υποφέρουν από την καταναλωτική μανία παρουσιάζουν σχεδόν όλα τα τυπικά συμπτώματα των εξαρτημένων από τα ναρκωτικά ατόμων! Για παράδειγμα, όταν δεν μπορούν, συνήθως για οικονομικούς λόγους, να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες νιώθουν πραγματικά απαίσια (νευρικότητα, κατάθλιψη, πονοκεφάλους, ναυτία κ.ο.κ.) και συνεπώς τούς είναι αδύνατον να λειτουργήσουν ως «ισορροπημένα» άτομα στην εργασία ή στην οικογένειά τους. Εξάλλου, από πολλές σχετικές έρευνες που έχουν γίνει στην Ευρώπη και την Αμερική προκύπτει ότι μόνο η μειονότητα των μανιακών καταναλωτών δεν παρουσιάζει και άλλα ψυχοσωματικά προβλήματα. Πολύ συχνά, για παράδειγμα, υποφέρουν -ή υπέφεραν κατά το παρελθόν- από ανορεξία ή από βουλιμία. Σήμερα θεωρείται πλέον βέβαιο ότι η ψυχαναγκαστική καταναλωτική μανία (ωνιομανία) συνδέεται άμεσα με τις συχνές κρίσεις πανικού, την αγχώδη συμπεριφορά και την αδυναμία ελέγχου των παρορμήσεων, που συνήθως θεωρούνται τυπικές εκδηλώσεις των ψυχολογικά ασταθών ατόμων.

Συνεπώς, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η ωνιομανία αποτελεί έναν σαφή και αδιάψευστο δείκτη μιας βαθύτερης ψυχολογικής διαταραχής, ενός υποβόσκοντος, και συνήθως ανομολόγητου, υπαρξιακού προβλήματος που σχετίζεται άμεσα με την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και την κοινωνική μας ταυτότητα. Οταν βρισκόμαστε σε κατάσταση πανικού ή κατάθλιψης, όταν νιώθουμε ευάλωτοι ή ανεπαρκείς, έχουμε την τάση να υποκαθιστούμε τις πραγματικές ανάγκες για ανθρώπινη επαφή και επικοινωνία με άψυχα υλικά αντικείμενα που δεν μας στενοχωρούν ούτε και μας απογοητεύουν ποτέ.

Ευτυχώς, υπάρχουν αρκετά πειστικά στοιχεία και προσωπικές εμπειρίες που μας βεβαιώνουν για το αντίθετο: όποτε υπάρχουν ικανοποιητικές και ουσιαστικές ανθρώπινες σχέσεις, οι καταναλωτικές μας τάσεις μειώνονται δραστικά!

Από την άλλη πλευρά, βέβαια, η αδηφάγος αγορά δεν μένει ποτέ με σταυρωμένα τα χέρια. Επειδή γνωρίζει ότι η ύπαρξη και η αναπαραγωγή της εξαρτώνται από τους απάνθρωπους ρυθμούς κατανάλωσης που έχει επιβάλει, χρησιμοποιεί όλα τα μέσα και τις διαθέσιμες γνώσεις για να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τους ψυχολογικούς μηχανισμούς και κυρίως τη διαρκή «κρίση ταυτότητας» που η ίδια δημιουργεί στους καταναλωτές με τα άπιαστα διαφημιστικά πρότυπα που προβάλλει.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ποιες συνέπειες έχει η επιλογή των κοινωνιών μας να μην παράγουν πλέον «αγαθά» αλλά μόνο καταναλωτές. Οι σημερινοί «ωνιομανείς» είναι τα θύματα μιας κοινωνίας που μετέτρεψε τη χαρά της απόκτησης αγαθών σε ανούσια και αποβλακωτική καταναλωτική εξάρτηση. Υπό αυτή ακριβώς την έννοια, η καταναλωτική απληστία θα πρέπει να θεωρείται σήμερα το «όπιο του λαού». Και οι σημερινοί ωνιομανείς να αντιμετωπίζονται ως ασθενείς, όπως οι οπιομανείς.

ΠΗΓΗ: εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 19/07/2008

Advertisements
This entry was posted in ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ - ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΣΜΟΣ, Διαφήμιση, Καταναλωτισμός. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s