ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ

ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ

Νίκος Αλιβιζάτος Καθηγητής του συνταγματικού δικαίου στο πανεπιστήμιο Αθηνών

Η πλειοψηφία οφείλει όχι μόνο να ανέχεται τη μειοψηφία αλλά και να της δίνει τη δυνατότητα να διατυπώνει τη δική της άποψη, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις Στη δημοκρατία, μπορεί η πλειοψηφία να αποφασίζει για τα πάντα; Ή μήπως υπάρχουν θέματα για τα οποία οι περισσότεροι- είτε πρόκειται για τους ίδιους τους πολίτες είτε για τους αντιπροσώπους τους – δεν επιτρέπεται να επιβάλλουν τη θέλησή τους στους λιγότερους;

Τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι ένα τέτοιο θέμα. Αν, για παράδειγμα, την εποχή των συλλαλητηρίων για το μακεδονικό, έβγαινε κάποιος και υποστήριζε ότι δεν είχε δίκιο ο Αντώνης Σαμαράς αλλά ο Κίρο Γκριγκόροφ, ΔΕΝ θα μπορούσε, εξ αυτού και μόνον του λόγου, να πάει στη φυλακή. Και αυτό, έστω και αν το 99% των Ελλήνων το ευχόταν διακαώς. Η άποψη αυτή είναι ορθή. Οσο κι αν πολλοί φονταμενταλιστές- παλαιάς και νέας κοπής ενοχλούνται, η πλειοψηφία οφείλει όχι μόνο να ανέχεται τη μειοψηφία αλλά και να της δίνει τη δυνατότητα να διατυπώνει τη δική της άποψη, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις. Πρόκειται για μιαν από τις σπουδαιότερες κατακτήσεις του Διαφωτισμού, την οποία, χωρίς εξαίρεση, κατοχυρώνουν όλα τα σύγχρονα Συντάγματα.

Για τους ίδιους λόγους, εκτός από τα δικαιώματα του ανθρώπου, υπάρχει και άλλη μια μεγάλη κατηγορία θεμάτων, μπροστά στα οποία η εξουσία της πλειοψηφίας σταματά: πρόκειται για τους βασικούς κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού, για εκείνους δηλαδή που ορίζουν πώς σχηματίζεται και πώς ασκείται η πολιτική εξουσία. Κάθε πότε πρέπει να γίνονται εκλογές; Πώς ψηφίζονται οι νόμοι; Ποιος κηρύσσει τον πόλεμο; Ούτε για τα θέματα αυτά μπορεί να αποφασίσει η εκάστοτε πλειοψηφία. Διότι αν ήταν ελεύθερη, θα μπορούσε να περιορίσει τα δικαιώματα της μειοψηφίας και, προπάντων, την εύλογη προσδοκία της εκάστοτε αντιπολίτευσης να γίνει και αυτή πλειοψηφία, όταν έρθει η ώρα.

Δικαιώματα του ανθρώπου, λοιπόν, και βασικοί κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού είναι τα θέματα εκείνα για τα οποία η πλειοψηφία δεν μπορεί να αποφασίσει, ακόμη και όταν είναι συντριπτική. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο τα θέματα αυτά περιλαμβάνονται στο Σύνταγμα: για να μην μπορεί δηλαδή μια συγκυριακή πλειοψηφία να αποδυναμώνει τις σχετικές εγγυήσεις, ή και να καταργεί, επειδή έτσι τη συμφέρει ή έτσι της κάπνισε. Τα πράγματα θα ήταν απλά αν η υπαγωγή των κρίσιμων ζητημάτων στο «Σύνταγμα των δικαιωμάτων» και στο «Σύνταγμα των εξουσιών» ήταν δεδομένη. Αν υπήρχε δηλαδή ένας υπέρτερος κανόνας που να όριζε ότι το Α δικαίωμα είναι τόσο θεμελιώδες ώστε θα πρέπει να κατοχυρωθεί συνταγματικά, ενώ η Β εγγύηση δεν είναι και, επομένως, η εκάστοτε πλειοψηφία θα μπορούσε να την τροποποιήσει ελεύθερα ή και να την καταργήσει. Τέτοιος κανόνας σήμερα δεν υπάρχει. Τούτο σημαίνει ότι, θεωρητικά τουλάχιστον, κάθε χώρα είναι ελεύθερη να περιλάβει στο Σύνταγμά της και, κατ΄ επέκτασιν, να εξαιρέσει από τον κανόνα της πλειοψηφίας- όποιο ζήτημα επιθυμεί.

 Πρακτικά, για να παραπέμψω στη διάκριση που κάνει ο Ronald Dworkin, ο σημαντικότερος ίσως σύγχρονος θεωρητικός του Συνταγματικού Δικαίου, το ζήτημα συνήθως τίθεται για τα θέματα εκείνα που βρίσκονται στη ρευστή ζώνη ανάμεσα στις «αρχές» («principles»), όπως τις ονομάζει, και στις «πολιτικές» («policies»). Τέτοια θέματα είναι, για παράδειγμα, η οικονομική πολιτική, οι χρήσεις γης και οι περιορισμοί της ιδιοκτησίας. Ενώ είναι βέβαιο ότι ο πυρήνας των θεμάτων αυτών αγγίζει τα δικαιώματα όσων θίγονται (όπως π.χ. το δικαίωμα του καλόπιστου ιδιοκτήτη να χτίσει σε έκταση που αιφνιδιαστικά κηρύχθηκε αναδασωτέα αν και ποτέ δεν υπήρξε δασική), είναι εξ ίσου βέβαιο ότι η «περιφέρειά» τους αποτελεί- και πρέπει να αποτελεί- πολιτικό διακύβευμα σε μια δημοκρατία και, κατ΄ επέκταση αντικείμενοτης πολιτικής αντιπαράθεσης. Εδώ, όταν υπάρχει αμφισβήτηση για τα αμοιβαία όρια «πυρήνα» και «περιφέρειας», τα κάστανα τα βγάζει συνήθως από τη φωτιά ο δικαστής.

 Νομικά πάντως ο συντακτικός νομοθέτης δεν είναι πια όσο ελεύθερος πιστευόταν άλλοτε ότι είναι. Ετσι στην Ευρώπη, είτε μας αρέσει είτε όχι, πάνω από τα εθνικά Συντάγματα βρίσκεται το κοινοτικό δίκαιο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Σε ηθικοπολιτικό επίπεδο, εξάλλου, είναι πολύ αμφίβολο αν ο συνταγματικός νομοθέτης μπορεί σήμερα να εξαιρέσει από τον κανόνα της πλειοψηφίας- και άρα από το δημοκρατικό παιχνίδι- ό,τι του κατέβει. Η εποχή, για παράδειγμα, που η Αμερική περιέλαβε στο Σύνταγμά της την ποτοαπαγόρευση (1919-1933) μοιάζει σήμερα να έχει παρέλθει οριστικά. Αν πηγή της νομιμοποίησης των κυβερνώντων είναι η λαϊκή κυριαρχία, τότε τα ζητήματα για τα οποία δεν μπορεί να αποφασίσει η πλειοψηφία δεν πρέπει προφανώς να είναι ο κανόνας αλλά η εξαίρεση. Και αντίστροφα: μόνο για λόγους που έχουν να κάμουν με τα δικαιώματα του ανθρώπου, τις μειονότητες και με την εύλογη προσδοκία της μειοψηφίας να κερδίσει τις εκλογές και να γίνει και αυτή κυβέρνηση, είναι θεμιτό να παρακάμπτεται ο κανόνας της πλειοψηφίας. Διότι, διαφορετικά, το πολίτευμα θα παύσει να είναι πολίτευμα των εκλεγμένων, δηλαδή δεν θα είναι πια δημοκρατικό.

 Στη χώρα μας, όπως προανέφερα, η συζήτηση για τα όρια της πλειοψηφίας είναι πολύ πρόσφατη. Από τις παραμονές του ΄21, ο Ρήγας ήταν πολύ δημοφιλέστερος από τον Κοραή και, όπως έχει δείξει ο Φ. Ηλιού, στους κύκλους των διαβασμένων, ο Ρουσώ κέρδισε όλες τις μάχες που έδωσε κατά καιρούς με τον Βολταίρο. Κοντολογίς, η παράδοση της ισότητας είναι πολύ ισχυρότερη από την παράδοση της ελευθερίας. Εξάλλου, στον 20ό αιώνα, το βασικό πολιτικό διακύβευμα ήταν στη χώρα μας να κυβερνά η πλειοψηφία. Να αρκεί δηλαδή ένα κόμμα ή μια παράταξη για να κυβερνήσει να έχει κερδίσει τις εκλογές και να μη χρειάζεται την εύνοια (ή, έστω, την ανοχή) του στέμματος, των ενόπλων δυνάμεων και του ξένου «παράγοντα». Για λόγους που δεν είναι της στιγμής, χρειάστηκε ν α φθάσουμε ως το 1974 για να μπορέσει επιτέλους να ισχύσει στην πράξη ο κανόνας της πλειοψηφίας. Και έπρεπε από τότε να περάσουν άλλα δέκα χρόνια και να φθάσουμε στην «ψήφο Αλευρά» το 1985, για να αντιληφθούμε ότι η πλειοψηφία δεν αρκεί να είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένη: πρέπει επί πλέον να ελέγχεται, να λογοδοτεί και να σταματά εκεί που αρχίζουν τα δικαιώματα της μειοψηφίας. Η τελευταία αυτή σκέψη παραπέμπει σε μιαν άλλη συζήτηση, εξίσου σημαντική, που η πραγμάτευσή της όμως θα χρειαζόταν ξεχωριστό άρθρο: είναι η συζήτηση για τη δημοκρατία των αντιβάρων, στην οποία επιφυλάσσομαι να επανέλθω.

Advertisements
This entry was posted in ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s